«Έχουμε πολύ βασανίσει του τρελούς. Τους κάψαμε στην πυρά, τους εξορίσαμε, τους φυλακίσαμε. Τους αλυσοδέσαμε και μετά τους φορέσαμε το ζουρλομανδύα. Με χιλιάδες μεθόδους, με μια καλυμμένη βία θελήσαμε να τους κάνουμε να ομολογήσουν δημόσια το λάθος τους, να απαρνηθούν το παραλήρημά τους, να εγκαταλείψουν τις ψευδαισθήσεις τους, να ομολογήσουν και να κριτικάρουν τις μυστικές ενασχολήσεις τους. Απαιτήσαμε να επανορθώσουν τη συμπεριφορά τους. Επιτεθήκαμε στα κορμιά τους με χτυπήματα, με σκληρές φαρμακοθεραπείες, με αιματηρές βεντούζες, με εξαντλητικές δίαιτες, με ηλεκτροσόκ. Φτάσαμε μέχρι του σημείου να ανοίξουμε το κρανίο τους για να βγάλουμε από μέσα το «λίθος της τρέλας» … λίγο αργότερα ακρωτηριάσαμε τον εγκέφαλό τους … » (J. Hochmann).
Στο παρόν, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας (10 Οκτωβρίου), θα αναφερθούμε στην «ιατρογένεση του στίγματος», την «ευγενή συνεισφορά» της «ψυχιατρικής και ψυχολογικής επιστήμης» στη συντήρηση του στίγματος στο χώρο της ψυχικής υγείας / ασθένειας, επιχειρώντας παράλληλα μια προσπάθεια «ερμηνευτικής» προσέγγισης της διαδικασίας του στιγματισμού.
H ψυχική ασθένεια προϋπήρχε κάθε οργανωμένης προσπάθειας συγκρότησης της «ψυχιατρικής γνώσης» σε επιστημονικό σώμα. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για το στίγμα απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες. Το παράδοξο αφορά, κατά τη γνώμη μας πάντοτε, στη διατήρηση, αν όχι αύξηση του φαινομένου του στιγματισμού παρά την «πρόοδο της ψυχιατρικής – ψυχολογικής γνώσης».
Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητη μια πρώτη απόπειρα «ερμηνευτικής προσέγγισης» βασικών εννοιών που θα μας απασχολήσουν ιδιαίτερα στη συνέχεια. Έχουμε λοιπόν ως εξής:
- στίγμα: ανεξίτηλο σημάδι στο δέρμα από χτύπημα ή χάραγμα με οξύ όργανο ή με καυτηρίαση || κηλίδα πάνω σε οποιαδήποτε επιφάνεια, λεκές || (μτφ.) ηθική κηλίδα || (ιατρ.) σύμπτωμα νοσηρής καταστάσεως όχι φανερό.
- στιγματίζω: σημαδεύω με στίγματα, προκαλώ στίγματα κηλίδες || (μτφ.) προσάπτω ηθική μομφή, κατηγορώ κάτι το επονείδιστο.
- στιγματισμός: πρόκληση στιγμάτων στο δέρμα με καυτηρίαση, τατουάζ || (μτφ.) ηθική μομφή, έντονη κατάκριση: η διαγωγή του ήταν άξια για δημόσιο στιγματισμό (Μ. Καραγάτσης).
Και συνεχίζουμε:
προκατάληψη: γνώμη διαμορφωμένη εκ των προτέρων από επηρεασμό και χωρίς μελέτη του θέματος || κακή διάθεση απέναντι σε ορισμένο πρόσωπο ή ομάδα || ρητορικό σχήμα κατά το οποίο ανασκευάζεται ενδεχόμενη αντίρρηση.
Θα τα κρατήσουμε για τη συνέχεια….
Ειδήμονες και μη διατηρούν μια στερεότυπη εικόνα της ψυχικής νόσου, δομημένη στη βάση ισχυρών προκαταλήψεων. Ένας πρώτος μύθος / προκατάληψη αφορά στην ταύτιση της ψυχικής νόσου με την επικινδυνότητα και του ψυχικά ασθενούς με έναν εν δυνάμει εγκληματία. Ένας δεύτερος στην «αναιτιότητα» και «απροβλεψιμότητα» της συμπεριφοράς του.
Οι προκαταλήψεις αυτές είναι συνυφασμένες με τη διαιώνιση δοξασιών, που έχουν τις ιστορικές τους καταβολές σε προηγούμενες εποχές, όπου η έννοια του τρελού συγχέονταν με εκείνη του εγκληματία. Η παρουσία του σχιζοφρενούς π.χ. εξακολουθεί να εμπνέει αισθήματα δέους, εχθρότητας και έναν αρχέγονο φόβο, συναισθηματικό κατάλοιπο ενός πρωτογονισμού που επιβιώνει ακέραιος στη σύγχρονη κοινωνία μας, η οποία αδυνατεί να περιβάλλει στους κόλπους της και απορρίπτει στο περιθώριο οτιδήποτε καθορίζεται από ένα διαφορετικό τρόπο ύπαρξης … η περιθωριοποίηση και ο στιγματισμός που ακολουθούν, επικυρώνουν σε ένα ασυνείδητο συλλογικό επίπεδο τη φυσιολογικότητα της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας.
Η επικινδυνότητα και η τρέλα αποκλείονται σε έναν «άλλο χώρο». Η σημασία τους ως συστατικά στοιχεία του καθενός μας ακυρώνεται καθώς προβάλλονται ως χαρακτηριστικές ιδιότητες μιας σαφώς διαφοροποιημένης από εμάς, «άλλης» κατηγορίας. «Δεν είμαι εγώ, είναι πάντα ο άλλος. Αυτός ο απειλητικός και ενδόμυχα επιθυμητός άλλος, που η δραματοποιημένη του παρουσία εγγυάται τη δική μου επισφαλή ομαλότητα».
«Και όπως μέσα στο όνειρο η επιθυμία προβάλλει μεταμφιεσμένη για να μπορέσει ο ονειρευόμενος να συνεχίσει τον ύπνο του, έτσι και η κοινωνική κατασκευή του επικίνδυνου σχιζοφρενούς, μέσα από τη μυθολογία που παράγει, συμβάλλει στην απρόσκοπτη διαιώνιση ενός καθησυχαστικού και αδιατάρακτου ύπνου».
ΜΥΘΟΙ – ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ – ΣΤΙΓΜΑ
- Κανείς δεν γιατρεύεται από την ψυχική ασθένεια, π.χ. σχιζοφρένεια
- Η σχιζοφρένεια είναι μια νόσος που δεν αντιμετωπίζεται
- Τα άτομα με σχιζοφρένεια ενδέχεται να μολύνουν τους άλλους με την τρέλα τους
- Τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι ράθυμα και αναξιόπιστα
- Οτιδήποτε λένε τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι ανόητο
- Τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι παντελώς ανίκανα να πάρουν λογικές αποφάσεις για τη ζωή τους
- Τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι απρόβλεπτα
- Τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι ανίκανα για δουλειά
Από τον Μεσαίωνα και το «κυνήγι μαγισσών», στη Γαλλική Επανάσταση και τις ιδέες του Διαφωτισμού, στους Pinel, Esquirol, Krepelin και Bleuler και τη σύγχρονη «ψυχιατρική πρακτική», ο ψυχικά ασθενής / σχιζοφρενής χάνει σταδιακά το μεταφυσικό του περίβλημα και από το δαιμονισμένο του παρελθόντος μετασχηματίζεται σε ένα «βιολογικά άρρωστο άτομο» ή σε ένα άτομο που πάσχει από έντονες ψυχικές / κοινωνικές συγκρούσεις. Συνεχίζει ωστόσο να αποτελεί «δέκτη στιγματιστικών επιθέσεων». Παρά την τόση επιστημονική γνώση κυριαρχεί ο φόβος και η προκατάληψη σε ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των «ειδικών».
ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΑΛΛΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ – ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ
Το παράδοξο της διαιώνισης του στίγματος εξαιτίας της ψυχικής νόσου, παρά την τεράστια πρόοδο στο χώρο της ψυχικής υγείας (ψυχιατρική, ψυχολογία, νευροεπιστήμες, ψυχανάλυση, κοινωνιολογία), έρχεται να εξηγήσει η φυσική / αυθόρμητη ροπή του ανθρώπου στη διατύπωση προκατειλημμένων και στερεότυπων εκτιμήσεων. Ο ανθρώπινος νους απέχει πολύ από το να είναι ένα όργανο παραγωγής προτάσεων σύμφωνα με τους κανόνες του «ορθού λόγου». Αντίθετα, συχνά οδηγείται σε αυθαίρετες εκτιμήσεις της πραγματικότητας, ιδιαίτερα υπό το καθεστώς έντονου άγχους και φόβου.
Προϊόν της παραπάνω διαδικασίας η προκατάληψη (γνώμη διαμορφωμένη εκ των προτέρων από επηρεασμό και χωρίς μελέτη του θέματος, κρίση η οποία έχει συναχθεί αυθαίρετα, χωρίς επαρκείς αποδείξεις, ενίοτε μάλιστα παρά την ύπαρξη αποδείξεων περί του αντιθέτου) και τα στερεότυπα (κρίσεις σύμφωνα με τις οποίες διάφορα χαρακτηριστικά αποδίδονται αυθαίρετα σε ομάδες ατόμων) απέναντι στην ψυχική νόσο / σχιζοφρένεια (θεμελιώδη συστατικά και τα δύο της διαδικασίας του στιγματισμού).
ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΩΣΤΟΣΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΠΩΣ ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ. ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ – ΤΟΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ
Επιστρέφοντας στον «αρχέγονο φόβο» που αναδύεται (ως «άμυνα» όπως άλλωστε και η το αίσθημα της «αηδίας» κατά την άποψή μας) στην επαφή με τους ψυχικά ασθενείς / σχιζοφρενείς, είναι δυνατόν ακολουθώντας μια «ψυχοδυναμική προσέγγιση» των πραγμάτων, να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα, ικανά να δώσουν εξηγήσεις στην αντινομία ακαδημαϊκής γνώσης και διατήρησης του στίγματος.
Ο φόβος του κατακερματισμού / θανάτου στο βρέφος κινητοποιεί από την πλευρά του μια πληθώρα αμυντικών μηχανισμών προκειμένου ο «ανώριμος ψυχισμός» να αντεπεξέλθει. Τα μέρη του εαυτού που βιώνονται ως κακά διακινούν επιθετικές / καταστροφικές διαθέσεις. Με το «μηχανισμό της σχάσης» το βρέφος διαχωρίζει τα καλά από τα κακά κομμάτια του εαυτού, προβάλλοντάς τα στη συνέχεια (μηχανισμός προβολής) στο εξωτερικό αντικείμενο / μητέρα, ενώ με το μηχανισμό της «προβλητικής ταυτοποίησης» αποκτά «δικαίωμα άμυνας» έναντι των εξωτερικών του εχθρών. Οι περισσότεροι άνθρωποι υπό το καθεστώς έντονων ψυχοσυναισθηματικών συγκρούσεων παλινδρομούν σε ένα προηγούμενο στάδιο ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης, χρησιμοποιώντας πάλι για να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν τις καταστάσεις αυτές πρωτόγονους αμυντικούς μηχανισμούς, σαν αυτούς που αναφέρθηκαν.
Οι μηχανισμοί της σχάσης, της εξιδανίκευσης, της προβολής και της προβλητικής ταυτοποίησης, συμβάλλουν ενεργά στη διαδικασία του στιγματισμού εξαιτίας της ψυχικής ασθένειας / σχιζοφρένειας.
Επιστρέφοντας στον τίτλο του παρόντος και στο ερώτημα περί «ιατρογένεσης του στίγματος» είναι δυνατόν να αναφερθεί κανείς στα ακόλουθα σημεία:
- Οι ψυχικά πάσχοντες απομονώθηκαν σε ψυχιατρικά άσυλα, μακριά από τα όρια «αντοχής και ανοχής της υπόλοιπης κοινωνίας». Αξίζει να αναρωτηθούμε σχετικά με το ποιους θεραπεύει αυτή η πραγματικότητα. Είναι σίγουρα περίεργο οι ψυχικά πάσχοντες να αντιμετωπίζονται ως φυματικοί προηγούμενων δεκαετιών, απαραίτητο στοιχείο στη θεραπεία των οποίων αποτέλεσε η εξοχή και ο καθαρός αέρας!!!
- Η λειτουργία των ασύλων αυτών, στην καθημερινή θεραπευτική πρακτική των οποίων δέσποζε και δεσπόζει σε αρκετές περιπτώσεις και σήμερα ακόμη η βία και ο ακούσιος εγκλεισμός, οδήγησε μέσα από ένα «σύνολο νοηματοδοτήσεων» στην αλλαγή της ίδιας της «υπόστασης» τους, από κάτι «ιερό και άβατο» σε ένα θεραπευτικό θεσμό όπου κυριαρχεί ο «ιδρυματισμός» και η «αυτιστική αναδίπλωση» ενοίκων και εργαζομένων.
- Η επίσημη ψυχιατρική για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα αποτέλεσε την «ναυαρχίδα» της επίσημης πολιτείας στην προσπάθειά της να «καταστείλει» την «έμφυτη επιθετικότητα» των ψυχικά ασθενών / σχιζοφρενών. Στα θεραπευτικά της μέσα συγκαταλέγονταν οι αλυσίδες, οι ζουρλομανδύες, το ηλεκτροσόκ, η χορήγηση αντιθεραπευτικών δοσολογιών ψυχοφαρμάκων (εξωπυραμιδικά συμπτώματα, παχυσαρκία, καταστολή της σεξουαλικής διάθεσης των ψυχικά ασθενών – συμπεριφορών που σε κάθε περίπτωση ενισχύουν το στίγμα).
- Η χρήση των ψυχιατρικών διαγνωστικών εγχειριδίων, από απαραίτητος κώδικας επικοινωνίας μεταξύ των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, μετατράπηκε σε «φετιχιστικό αντικείμενο» διαγνωστικής μεγαλομανίας, ικανό να αναγνωρίσει μόνο ψυχιατρικά συμπτώματα διαταραχών της διάθεσης και των γνωστικών λειτουργιών, αφαιρώντας από το άτομο την ίδια την βιο – ψυχοκοινωνική του υπόσταση. Ένα από τα πιο δυσάρεστα κατάλοιπα της μονοδιάστατης θετικιστικής προσέγγισης στο χώρο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας (ψυχομετρία, μέτρηση νοητικού πηλίκου).
- Η ψυχιατρική είναι η μόνη ίσως από τις ιατρικές ειδικότητες που από πολύ νωρίς ζήτησε τη βοήθεια των επίσημων φορέων καταστολής στην προσπάθειά της να «θεραπεύσει» τους ψυχικά πάσχοντες / σχιζοφρενείς (αστυνομία, συνδρομή περιπολικών για τη μεταφορά ασθενών).
- Η επίσημη ψυχιατρική από πολύ νωρίς επιχείρησε να εισέλθει στα «χωρικά ύδατα» άλλων γνωστικών πεδίων, με αποκορύφωμα τη δικαστική επιστήμη, με πρόσχημα την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών / σχιζοφρενών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η περίπτωση του «Πιέρ Ριβιέρ» το 1836 (μια περίπτωση μητροκτονίας – αδελφοκτονίας το 19ο αιώνα), μια προσπάθεια συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ δικανικού και ψυχιατρικού λόγου στο βωμό της «υπέρτατης επιστημονικής αλήθειας». Η «επίσημη ψυχιατρική» ανοίγοντας τη συζήτηση περί απόδοσης ευθυνών και πρόθεσης στις πράξεις ενός ψυχικά ασθενούς / σχιζοφρενούς, έθεσε τα θεμέλια κατά τη γνώμη μας στην καθιέρωση μιας εκ των σημαντικότερων προκαταλήψεων περί «ακαταλόγιστου» στις πράξεις ενός σχιζοφρενούς (μια διαμάχη η οποία σε καμία περίπτωση δεν έχει λάβει αίσιο τέλος για καμία εκ των δύο επιστημονικών κλάδων, κάτι που αποτυπώνεται στα Μ.Μ.Ε. κάθε φορά, από τις σπάνιες πραγματικά, όπου κάποιος ψυχικά ασθενής διαπράττει ένα έγκλημα).
- Η ψυχιατρική στην επίσημη έκφρασή της, όπως τουλάχιστον διδάσκεται στα περισσότερα πανεπιστήμια του κόσμου, ακολουθώντας τα προστάγματα της συνεχιζόμενης και ακμάζουσας νευροβιολογικής / γονιδιακής επανάστασης, προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό μονοδιάστατα κάθε ψυχικά πάσχοντα, αποκλείοντας τεράστια κομμάτια της κοινωνικής και οικογενειακής του ζωής, υπερτονίζοντας τη βιολογική / γονιδιακή προέλευση κάθε ανωμαλίας. Η πραγματικότητα αυτή κατά τη άποψή μας καλλιεργεί μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη προοπτική αναφορικά με την αιτιοπαθογένεια κάθε ψυχικής νόσου, αποκόπτοντας με τον τρόπο αυτό κάθε έννοια συνεχούς μεταξύ φυσιολογικότητας και παθολογίας (μια προσπάθεια «ψυχοδυναμικής θεώρησης των πραγμάτων – η «ψύχωση» ως άμυνα στο έντονο άγχος κατακερματισμού / αφανισμού του ασθενούς).
- Η a priori άρνηση / αδυναμία των περισσότερων επαγγελματιών ψυχικής υγείας να προσδώσουν νόημα στην «ψυχωτική προβληματική» και το λόγο του σχιζοφρενούς, ανάγοντας κάθε τι που εκφέρεται από το ψυχωτικό υποκείμενο στη «φύση της ψυχικής ασθένειας και του «ακατανόητου που την περιβάλλει». Αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα της άρνησης μεγάλου μέρους των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να εμπιστευθούν τα αποτελέσματα και τις κατακτήσεις συναφών επαγγελματικών κλάδων (της κοινωνιολογίας, της γλωσσολογίας, της ψυχανάλυσης). Ξεκάθαρη απόδειξη των παραπάνω η διάκριση μεταξύ «εύκολων» και «δύσκολων» περιστατικών στην καθημερινή «κλινική πρακτική» και η ενασχόληση μόνο με τα πρώτα.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν, κατά την άποψή μας πάντοτε, περίτρανες αποδείξεις «ιατρογένεσης» του στίγματος στην ψυχιατρική», μια διαδικασία που ξεκινάει από τους ειδήμονες του χώρου και καταλήγει στους απλούς πολίτες, συντηρώντας έναν φαύλο κύκλο στιγματισμού και απομόνωσης της «μειονοτικής» ομάδας των ψυχικά ασθενών / σχιζοφρενών, μια διαδικασία η οποία όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως σε καμία περίπτωση δεν έχει να κάνει με την απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων.
Γνώση και προκατάληψη βρίσκονται πλάι πλάι, με την δεύτερη να κυριαρχεί σε συνθήκες αβεβαιότητας και συναισθηματικής φόρτισης. Στον καθημερινό μας λόγο αναδύεται μια εικόνα του ψυχικά ασθενούς / σχιζοφρενή δομημένη στην αδιαχώριστη δυάδα της βίας και της τρέλας. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να επισημανθεί η «ισχυρή αμφιθυμία» που χαρακτηρίζει τη στάση του ανθρώπου απέναντι στο πρόβλημα της βίας. Η βία ως υπερβολή, ως παραβίαση κοινά αποδεκτών κανόνων συμπεριφοράς, φοβίζει αλλά και γοητεύει, απωθεί αλλά και σαγηνεύει, ελκύει αλλά και απομακρύνει.
Ο G. Bataille αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ακόμη και αν πρόκειται για τη σεξουαλικότητα ή το θάνατο, εκείνο που μας τρομάζει και ταυτόχρονα μας γοητεύει είναι η βία … και η βία δεν θα μας τρομοκρατούσε κατά τον ίδιο τρόπο αν δεν ξέραμε, τουλάχιστον αν δεν συνειδητοποιούσαμε βαθιά μέσα μας πως θα μπορούσε να ωθήσει τον καθένα από μας στο κακό».
Ο Thomas Szasz, μιλώντας ιδιαίτερα «αφοριστικά», αναφέρει πως κάθε συνηθισμένη ασθένεια που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος μπορεί επίσης να έχει και ένα πτώμα. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ένα πτώμα έχει καρκίνο, πνευμονία ή έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μόνη ασθένεια που ένα πτώμα σίγουρα δεν μπορεί να έχει είναι η διανοητική ασθένεια …
«Η σωματική ασθένεια είναι κάτι που έχει ο ασθενής, ενώ η διανοητική είναι κάτι που στην ουσία ο ασθενής είναι ή κάνει. Αν η νεύρωση και η ψύχωση ήταν αρρώστιες όπως η πνευμονία και ο καρκίνος, θα μπορούσε κανείς να έχει και νεύρωση και ψύχωση ταυτόχρονα. Αλλά οι κανόνες του «ψυχιατρικού συντακτικού» θεωρούν παράλογο έναν τέτοιο διαγνωστικό συνδυασμό. Στην πραγματικότητα χρησιμοποιούμε τις λέξεις «νευρωτικός» και «ψυχωτικός» (καθώς και πλήθος άλλων ψυχιατρικών διαγνωστικών όρων) για να χαρακτηρίσουμε άτομα και όχι για να ονομάζουμε ασθένειες».
Και συνεχίζει ο Thomas Szasz:
«Ασθένεια σημαίνει σωματική ασθένεια … ορίζεται μάλιστα σαν μια διαταραχή της δομής ή της λειτουργίας ενός οργάνου ή ενός μέρους του σώματος. Ο νους (ό,τι και αν είναι) δεν είναι ούτε όργανο, ούτε μέρος του σώματος. Επομένως δεν μπορεί να αρρωστήσει με την ίδια έννοια που μπορεί να αρρωστήσει το σώμα. Οπότε όταν μιλάμε για διανοητική ασθένεια, μιλάμε μεταφορικά. Το να πούμε ότι ο νους κάποιου είναι άρρωστος είναι σαν να λέμε ότι η οικονομία είναι άρρωστη ή ότι ένα αστείο είναι αρρωστημένο. Όταν η μεταφορά μπερδεύεται με την πραγματικότητα και χρησιμοποιείται για κοινωνικούς σκοπούς, τότε αρχίζει η κατασκευή του μύθου».
Οι έννοιες της διανοητικής υγείας και διανοητικής ασθένειας είναι έννοιες μυθολογικές που χρησιμοποιούνται στρατηγικά για να εξυπηρετήσουν ορισμένα κοινωνικά συμφέροντα και να παρεμποδίσουν άλλα. Για τους ίδιους λόγους δηλαδή που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν οι εθνικοί και οι θρησκευτικοί μύθοι.
Υιοθετώντας τους αφορισμούς του Thomas Szasz, είναι δυνατόν κατά τη γνώμη μας να βοηθήσουμε σε μια διαδικασία «απο-στιγματισμού». Είναι απαραίτητο, πολύ πριν οδηγήσουμε στη «φυσιολογικότητα» τους ψυχικά πάσχοντες / σχιζοφρενείς με τους οποίους συναναστρεφόμαστε καθημερινά στη δουλειά μας, να κατανοήσουμε όσο περισσότερο γίνεται το «παθολογικό» της συμπεριφοράς τους. Θα πρέπει να δώσουμε νόημα ακόμη και εκεί που φαίνεται να μην υπάρχει.
«Πολύ πριν θεραπεύσουμε τους ασθενείς μας θα πρέπει να κατανοήσουμε την τρέλα μας απέναντι στην τρέλα τους».
Βαγγέλης Γαλάνης, ΜΑ, MSc, PhD(c), ψυχολόγος, galanise@yahoo.gr